Κατασκευή  συντήρηση  πνευματικά δικαιώματα όλης  της ιστοσελίδας ανήκουν στο ΦΙΛΟΠΡΟΟΔΟ ΣΥΛΛΟΓΟ  ΑΓΙΑΣΩΤΩΝ

 

 

 

                                                                                                                    ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ

 

 

                                                                          Η ΜΟΥΣΙΚΗ  ΚΑΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗ ΑΓΙΑΣΟ

                                                                         ΜΕΡΙΚΑ ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑΣ

 

 Η Αγιάσος ήταν κεφαλοχώρι 6-8 χιλιάδων κατοίκων μέχρι τις παραμονές του πολέμου.

Σήμερα αριθμεί περί τις 3500. Βρίσκεται σε απόσταση 28 χλμ. από τη Μυτιλήνη και είναι κτισμένη κλιμακωτά σε δύο αντικρυστές ,

σχεδόν κάθετες μεταξύ τους πλαγιές του Ολύμπου, σε υψόμετρο που ποικίλλει από 400 -600 μέτρα.

Είναι κατάφυτη από καστανιές, πεύκα και ελιές. Επίνειο της, απ όπου και διακινούνταν το εμπόριο της, ήταν το Ντίπι, στον κόλπο της Γέρας.

Πυρήνας του χωριού είναι η εκκλησία της Παναγίας στην οποία συγκλίνουν όλοι οι δρόμοι του και η οποία για τη Μικρασία και τα νησιά

του ανατολικού  Αιγαίου είχε τη σημασία που έχει η Τήνος για το κεντρικό Αιγαίο.

Δρόμοι στενοί και πλακόστρωτοι, σπίτια 2-3 ορόφων, με μπαλκόνια ή σαχνισιά, χωρίς αυλή λόγω της στενότητας του χώρου.

Η οικονομία της βασιζόταν στην καλλιέργεια της ελιάς, στη βιοτεχνία, το εμπόριο και το θρησκευτικό τουρισμό.

Σχεδόν όλοι οι Αγιασώτες είχαν κλήρο γης.

Υπήρχαν 3-4 μεγαλογαιοκτήμονες, 15-20 μεσαίοι και οι υπόλοιποι μικροκαλλιεργητές. Κεντρική ασχολία το λιομάζωμα.

Παράλληλα είχαν κι ένα δεύτερο επάγγελμα: τεχνίτες και ταυτόχρονα έμποροι των προϊόντων τους.

Η Αγιάσος ήταν σημαντικό βιοτεχνικό κέντρο όπου η βιοτεχνία υπηρετούσε κύρια την αγροτική οικονομία,

 (π.χ. κατασκευαστές χαλιναριών, βαρελιών, λιόσακκων κ.λ.π.).

Το προλεταριάτο αποτελούσαν οι εργάτες γης και λιοτριβιών, οι αχθοφόροι, οι κτηνοτρόφοι κ.λ.π.

Στο περιθώριο της Αγιασώτικης κοινωνίας, αλλά σε ειρήνη μ' αυτήν, ζούσαν και οι Γιουρούκοι, φυλή μικρασιατικής προέλευσης, όχι

 όμως καθαρόαιμοι Τούρκοι.

Σκληρή δουλειά και γλέντι ήταν οι δύο πόλοι της ζωής της Αγιασώτικης κοινωνίας.

Ο Αγιασώτης ήταν ικανός να ξοδέψει ολόκληρο το μεροκάματο στο γλέντι όταν ερχόταν στο κέφι, μολονότι στην υπόλοιπη ζωή του ήταν εξαιρετικά

οικονόμος, μια και το χρήμα το κέρδιζε δύσκολα.

 Δεν περίμενε λοιπόν τις μεγάλες γιορτές για να χορέψει.

Ο χορός μπορούσε να εκδηλωθεί ανά πάσα στιγμή, αυθόρμητα, "οποτεδήποτε υπήρχε χαρά", όπως λένε οι ίδιοι. Η αγορά ενός αλόγου ή ένα καλό

ξεπούλημα ήταν λόγος για γλέντι. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                            

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                                          

                                                                                         1.Η  ΜΟΥΣΙΚΗ

                                                                                               1.1. Τα όργανα

 

 Μια πλήρης "κομπανία" στην Αγιάσο αποτελείται από 6 όργανα:

 βιολί, σαντούρι, κλαρίνο, τρομπόνι, μπάσο και κορνέτα.

 Παράλληλα υπάρχουν και μεμονωμένοι "μουζικάντες" που παίζουν ζουρνά και νταούλι.

 Στις αρχές του αιώνα, γύρω στο 1916-17, εισάγεται η λατέρνα από τη Σμύρνη.

 Αυτά είναι τα "μαζικά" θα έλεγα όργανα, μ αυτά γίνεται το γλέντι.

"Κομπανία" για τους πιο εύπορους, λατέρνα ή ζουρνάς και νταούλι για τους νέους και τους λιγότερο εύπορους.

 Τέλος υπάρχει το μαντολίνο και η κιθάρα για τους ερασιτέχνες που κάνουν καντάδα στην αγαπημένη τους.  

     Μαντολίνο μάθαιναν και πολλές κοπέλλες από εύπορες οικογένειες.

 Μετά τον πόλεμο εισάγεται και το μπουζούκι, το οποίο παίρνει στην ορχήστρα τη θέση του σαντουριού.

 

                                                                                                    1.2. Οι σκοποί.

 

 Οι Αγιασώτες δεν τραγουδούν πάνω στο χορό.

 Τραγουδούν τραγούδια της τάβλας, σε γάμους, αρραβώνες, βαφτίσια ή σκοπούς περιπατητικούς που παίζονται από την κομπανία στην πατινάδα της

Κυριακής ή συνοδεύοντας τη νύφη στην εκκλησία ή το νεκρό στην τελευταία του κατοικία, με ανάλογο βέβαια πάντα περιεχόμενο.

Ως προς την προέλευση, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τους Λεσβιακούς από τους Μικρασιάτικους σκοπούς. Λέσβος και Μικρασιατική ακτή

θεωρούνταν ένα και το αυτό, η επαφή ήταν συνεχής οι μουσικοί ταξίδευαν συχνά απ' το ένα μέρος στο άλλο.

 Γνωστοί σκοποί το ζεϊμπέκικο του Αϊβαλιού, το Σμυρνέικο, το Περγαμηνό.

Οι πιο δημοφιλείς σκοποί όμως, που θεωρούνται και οι εθνικοί ύμνοι  της Λέσβου, είναι τα "Ξύλα", συρτό προερχόμενο μάλλον από

τούρκικο εμβατήριο και ο "κιόρογλου", ρυθμός 5/8, που παίζεται κυρίως στη γιορτή του Προφήτη Ηλία στην Αγιάσο και του Άγιου Χαράλαμπου στην 

  Αγία Παρασκευή και στην Πηγή, με τη γνωστή θυσία του ταύρου. Παράλληλα όμως με τους ντόπιους σκοπούς έχουμε και τους ευρωπαϊκούς

Οι μουζικάντες ήταν περιζήτητοι και το κύρος τους μεγάλο, δεδομένης της σημαντικής θέσης

που καταλάμβαναν στη ζωή των Αγιασωτών ο χορός και η μουσική.

Απ' το πρωί που έβγαιναν στο δρόμο είχαν δουλειά, που ξεκινούσε συνήθως από τα καφενεία της αγοράς για να καταλήξει συχνά στο σπίτι του

Αγιασώτη που "είχε" τη μουσική ή αντί­στροφα.

Τις γιορτινές μέρες δεν κοιμόντουσαν καθόλου. Οι παλιοί μουζικάντες έπιναν πολύ και κάποιοι πέθαναν αλκοολικοί.

Οι νεότεροι έπιναν λίγο, έτσι για να έρθουν στο κέφι.

  

 

                            .

   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                                 1.3. Πρόσληψη και αμοιβή των μουσικών.

 

Οι "μουζικάντες" κλείνονταν από ιδιώτες είτε εκ των προτέρων για   βαφτίσια κ.λ.π. είτε αυθόρμητα σε στιγμές κεφιού είτε τις Κυριακές και

γιορτές.

Στις μεγάλες γιορτές τους έκλειναν τα μεγάλα καφενεία

                      Τα φυσερά, με «σαντούρι και ακορντεόν»

             Νικ. Ρόδανος, Στρ. Αλτιπαρμάκης, Γιωρ. Ζαφειρίου,

             Γιάννης Σουσαμλής, Τάκης Ζαφειρίου, Ευριπ. Ζαφειρίου

 

 

Το "Αναγνωστήριο", το πνευματικό κέντρο της Αγιάσου, τους έκλεινε όταν έκανε τις χοροεσπερίδες του και οι συντεχνίες όταν

γιόρταζαν τον προστάτη τους Άγιο.

Η αμοιβή τους άλλοτε συμφωνούνταν προκαταβολικά, συνήθως με τα μεγάλα καφενεία, τη συμπλήρωνε δε  η"χαρτούρα" πού

έριχναν οι παρέες στο σαντούρι.

Στις χοροεσπερίδες δε συνηθιζόταν "χαρτούρα", αλλά γινόταν συμφωνία από πριν.

Στούς γάμους κ.λ.π. όπου το κέρδος ήταν δεδομένο, δεν προηγούνταν συμφωνία.

 Συνήθως βέβαια προτιμούσαν τα πιο γενναιόδωρα σπίτια.

       

 

              Αντριγιάς τ' Χατζηγιάν'                          Κουϊτούκι  στα  1910

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                          1.4. Η ζωή των μουσικών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                                             2. ΤΟ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟ ΤΩΝ ΧΟΡΩΝ    

 

                                                                          Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε 3 κατηγορίες : 

 

                                                                        2.1.  Η στερεότυπη σειρά των χορών:

Η μουσική ξεκινάει με συρτό, περνάει στο μπαλό, στη συνέχεια στον  καρσιλαμά, στο ζεϊμπέκικο και τελειώνει με το "μαζωμένο"

ή "πηδηχτό".

Ο συρτός ρυθμός 2/4, χορευόταν κατά κανόνα από 2 άτομα, σπανίως περισσότερα.

 Από το συρτό το βιολί κάνει ένα γύρισμα, παίζει έναν αμανέ και περνάει στο μπαλό, που επίσης χορεύεται από 2 άτομα.

 Ακολουθεί ο καρσιλαμάς, ρυθμός 9/8, χορός αντι-κρυστός για δύο.

 Περνάμε στο ζεϊμπέκικο, ρυθμός 9/8, επίσης για 2 άτομα ή και "σόλο".

 Τέλος, ο μαζωμένος ή πηδηχτός χορεύεται από πολλούς, στο αποκορύφωμα του γλεντιού,

 πηδηχτά, σα γρήγορος συρτός. Η σειρά δεν άλλαζε. Άγραφος κανόνας.

 Πολλές φορές χόρευαν και καλαματιανά, κυρίως στα πανηγύρια.

     Στο γάμο του φτωχού...     Αρ. Μουτζουρέλης, Στρ. Σουσαμλής

 

 

                                   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                                               2.3. Χοροί ειδικών περιστάσεων.

 

Ο "νυφιάτικος" ή "νιφκάτος". Χορευόταν από τις φίλες της νύφης πριν από το γάμο. Αφού τη βοηθούσαν να ντυθεί, έκαναν κύκλο

γύρω της με σταυρωτά τα χέρια και της τραγουδούσαν στίχους κατάλληλους για την περίσταση, αυτοσχεδιάζοντας πολύ και

σύροντας το χορό προς τα δεξιά.

 Τα "τριψίματα". Χορεύονταν σε κύκλο, συρτά, από νέους μεταμφιεσμένους τις μέρες του καρναβαλιού, ενώ τραγουδούσαν με

 τολμηρά λόγια και υπονοούμενα.

Συχνά κάθονταν καταγής, τρίβοντας τα οπίσθια τους κάτω.

 Να προσθέσουμε εδώ ότι από τις αρχές του αιώνα είχαν μεγάλη πέραση στους κύκλους των μορφωμένων οι ευρωπαϊκοί χοροί, κυρίως η πόλκα, η

 μαζούρκα και το βαλς, που έφταναν ως την Αγιάσο μέσω Σμύρνης, (το Παρίσι της Ανατολής) ή μεσω των νέων που είχαν σπουδάσει

στο εξωτερικό.   Η μεγάλη πλειοψηφία όμως χόρευε τους ντόπιους χορούς.

 

                                                                                         ΧΟΡΕΥΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ

 

Οι Αγιασώτες χόρευαν τις Κυριακές, στις θρησκευτικές γιορτές, στο καρναβάλι, στις χοροεσπερίδες, στα γλυτώματα της ελιάς, σε γάμους,

αρραβώνες, βαφτίσια και οποιαδήποτε στιγμή, αυθόρμητα.

 Η πιο συνηθισμένη όμως χορευτική εκδήλωση ήταν η "πατινάδα" της Κυριακής, συνδεδεμένη με το παιχνίδι του έρωτα και του

γάμου. Οι νέοι, αλλά και οι μεγαλύτεροι, ξεκινούσαν παρέες - παρέες απ' τα καφενεία της αγοράς, τα οποία αποτελούσαν το  

κέντρο  της δημόσιας ζωής της Αγιάσου, και μαζί με την κομπανία ή τους μεμονωμένους μουσικούς περνούσαν απ' τα δρομάκια του  

χωριού, για  να καταλήξουν στα λεγόμενα "κουϊτούκια", συνοικιακά καφενεδάκια που άνοιγαν μόνο Κυριακές και γιορτές και σέρβιραν ρακί,

κονιάκ  και  στραγάλια.

          Από την επιθεώρηση του Αν. Μηνά: "Γεια σου Αγιάσου"...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                             2.2. Χοροί παρεμβαλλόμενοι:

 

 Με τον όρο αυτό εννοούμε χορούς που δεν αποτελούσαν μέρος της συνηθισμένης ακολουθίας, δε χορευόταν από όλους και 

μολονότι ήταν ρυθμοί γνωστοί, είχαν ιδιομορφίες, άλλαζαν την  ατμόσφαιρα και έσπαζαν τη σειρά, την τάξη.

 Αυτοί ήταν: ο "τζάμκος", ρυθμός 2/4, αργός συρτός που χορευόταν από  δύο.

 Γνωστός και σαν "χορός των μαχαιριών".

              

                        Χορός των μαχαιριών

 

 Ο ένας κρατούσε στο χέρι μαχαίρι ή τσιμπίδα που έπαιρνε από τον  μπουφέ όπου έψηναν τον καφέ και προσποιούνταν ότι

απειλούσε τον άλλον που έμενε καθισμένος και απαθής.

Ο  πρώτος διέγραφε κύκλους στον αέρα με το μαχαίρι του και έκανε πως έκοβε τη μύτη, τ' αυτιά, το κεφάλι, τα  γεννητικά

όργανα του αντιπάλου του, και με μια απότομη  κίνηση κάθε φορά, τα πέταγε στους θεατές του χορού.

Σ' όλη τη διάρκεια του χορού επαναλάμβανε τις ίδιες  κινήσεις που προκαλούσαν τα γέλια των θεατών. Χορός μιμικός που

χορευόταν από ορισμένους μόνο και όταν είχαν κέφι ή παροτρύνονταν από άλλους.

Ο χορευτής είχε την ικανότητα να πραγματοποιεί εξαιρετικά συγκεκριμένες κινήσεις. 

Ο "πουτάνικος" ή "ποτηράκια" ήταν επίσης μιμικός   χορός, εκτελούμενος από άντρες που παρίσταναν τις γυναίκες, κρατούσαν στα χέραια

μικρά  ποτηράκια που τα χτυπούσαν μεταξύ τους, ενώ η ορχήστρα συνόδευε μονάχα με το βιολί, το σαντούρι και το μπάσο, για να μη χάνεται ο

ήχος  των  ποτηριών. Φαίνεται ότι ο χορός αυτός ήρθε στη Λέσβο από τους στρατιώτες που είχαν πάει στη Μικρασία το 1922 και στην

πραγματικότητα δεν είναι παρά μίμηση του χορού της κοιλιάς, όπως χορευόταν στα "καφέ - σαντάν" της Σμύρνης και της Πόλης. 

  Ο "Αρκουδιάρης" ή "Αράπικος", χορός μιμικός και κωμικός ταυτόχρονα, εκτελούνταν από 2 άτομα, από τα οποία το ένα

έπαιζε τον πιο σημαντικό ρόλο, ενώ το άλλο χρησίμευε για παρτεναίρ. Ρυθμός 2/4 σαν ζωηρός συρτός.

 Ο χορευτής έκανε άγριες χειρονομίες, γούρλωνε τα μάτια, μιμούνταν την αρκούδα και έκανε πηδήματα.

 Χορός που χορευόταν κυρίως στο καρναβάλι, ήταν δε για κάποια περίοδο, σχεδόν αποκλειστικότητα ενός βοσκού με το παρατσούκλι 

"Μαρούλα". "Χόρεψε Αράπη", του φώναζαν και αυτός απαντούσε: "Δεν έχω κέφι". Διάλογος στερεότυπος. Παρά την άρνηση όμως άρχιζε να 

 χορεύει καλώντας ταυτόχρονα τον παρτεναίρ του.

 Στη διάρκεια του χορού πετούσαν ο ένας στον άλλον κάστανα.

 

 

                                      

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  Στις συνοικίες λοιπόν μπορούσαν να έρθουν σε επαφή με τις κοπελιές που περίμεναν μπροστά στα σπίτια

  τους να φθάσει η μουσική, καθισμένες στα "καριγλιά" τους, φορώντας την καλή τους βράκα και τα φλουριά

  στο στήθος. Οι γυναίκες και ιδιαίτερα οι νέες σπάνια κατέβαιναν στα καφενεία της αγοράς.

  Παρέμεναν στις γειτονιές, κεντώντας, πλέκοντας και κουβεντιάζοντας, καθισμένες έξω απ' τις πόρτες των σπιτιών τους,

  μακριά απ' τα βλέμματα των ανδρών, οι οποίοι ανέβαιναν τις Κυριακές για να κάνουν το κομμάτι τους και να εκφράσουν

  τον ερωτά τους, χορεύοντας στα κουϊτούκια, μέσα σ' ένα πλήθος από κόσμο και ενώ οι κοπελιές παρακολουθούσαν από  

  κάποια απόσταση. Η κομπανία τηρούσε σειρά προτεραιότητας στις φιλικές παρέες αλλά οι παρεξηγήσεις δεν έλειπαν

   ποτέ.Χόρευαν μόνο οι άντρες μεταξύ τους. Τις σπάνιες φορές που ο σύζυγος καλούσε τη γυναίκα του για χορό ή ο

  πατέρας την κόρη του, της έδινε την πρώτη θέση.Αυτό δε σημαίνει ότι οι γυναίκες δε χόρευαν. Στη πατινάδα της

  Κυριακής, χόρευαν την ίδια ώρα, υπό τους ήχους της  μουσικής που έπαιζε για τους άντρες, αλλά μεταξύ τους, πίσω από τα 

  σπίτια για να μην τις βλέπουν οι άντρες.Συνήθιζαν και τον καλαματιανό. Η μουσική κρατούσε ως το πρωί στα κουϊτούκια και

  συνεχιζόταν με καντάδες κάτω απ' τα παράθυρα των κοριτσιών.

  Το έθιμο της πατινάδας εξέπνευσε με το τέλος του πολέμου όταν έκλεισε και το  τελευταίο κουϊτούκι.

  Τα καφενεία και τα κουϊτούκια ήταν ο χορευτικός τους χώρος και στις θρησκευτικές γιορτές, ενώ στο καρναβάλι

  ο χορός μπορούσε να  εκδηλωθεί οπουδήποτε και οποτεδήποτε, με τρόπο πιο ελεύθερο.

Οι οργανωμένες  χοροεσπερίδες   που   είνα  υπόθεση  της   διανόησης,   γίνονται   σε   αίθουσες  κλεισμένες

από πριν, ενώ στο γάμο, στους αρραβώνες, στα βαφτίσια, χορεύουν  μέσα ή έξω από το σπίτι ή και στο καφενείο.

Το χορό ανοίγει ο γαμπρός με τη νύφη.Στη συνέχεια καλούν τον κουμπάρο, τους γονείς και το γλέντι γενικεύεται,

ενώ πέφτει  "χαρτούρα" γεναιόδωρη στους μουζικάντες. Τη μεθεπομένη, και αφού διαπιστωθεί η εκπαρθένευση της κόρης,

γίνεται δεύτερο γλέντι, ο αντίγαμος. Ευκαιρία για χορό παρέχουν και τα "γλυτώματα" της ελιάς.

        Από το Σεπτέμβρη  ως το Πάσχα σχεδόν το χωριό ζούσε στο ρυθμό της ελιάς.

        Το λιομάζωμα άρχιζε το  Νοέμβρη και κορυφωνόταν Γενάρη  και Φλεβάρη. 

       Την τελευταία μέρα της  συγκομιδής, οι γυναίκες, με έξοδα του αφεντικού, ετοίμαζαν φαγητά και γλυκά και  όταν 

       ερχόντουσαν στο κέφι με μερικά ποτηράκια κρασί, το έριχναν στο χορό είτε  στο κτήμα είτε στην Καρύνη, τοποθεσία με 

       πλατάνια όπου κατέληγαν όλοι οι  δρόμοι του ελαιώνα.Αν το αφεντικό ήταν κουβαρντάς, έφερνε κομπανία, αλλιώς

       αρκούνταν στο νταούλι και το ζουρνά ή κρατούσαν οι ίξιοι το ρυθμό με τενεκέδες..

       Υστερα από μερικές ώρες έπαιρναν το δρόμο για το χωρίο, άντρες και   γυναίκες μαζί, πιασμένοι από τα μπράτσα και  

       τραγουδώντας για να   συνεχίσουν το γλέντι στα καφενεία του χωριού.

       Η χορευτική ατμόσφαιρα στα γλυτώματα φαίνεται ότι ήταν πολύ πιο ελεύθερη, αφού άντρες και γυναίκες δούλευαν μαζί στον ίδιο χώρο  

        για μήνες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

   Γλυτώματα   το τέλος του  λιομαζώματος

                                                                                4. Η ΧΟΡΕΥΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ

 

Το ύφος του χορού ήταν μετρημένο, συγκρατημένο.

Οι Αγιασώτες δεν αγαπούσαν τις πολλές φιγούρες.

Επίσης δε χόρευαν άλλους χορούς από τους δικούς τους, ενώ αντιμετώπιζαν ειρωνικά και περιφρονητικά

 τις χορευτικές εκδηλώσεις των ξένων  που   έρχονταν στο χωριό, ιδιαίτερα από την ηπειρωτική χώρα.

Συχνές δε ήταν οι συγκρούσεις με τους ομόφυλους τους Μικρασιάτες, οι οποίοι σαν πιο εύποροι μονοπωλούσαν

το χορό με τα μπαξίσια τους. Το μουσικοχορευτικό τοπίο στην Αγιάσο αλλάζει σταδιακά μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο

και ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του 50.

Οι μεγάλες οικονομικοκοινωνικές αλλαγές, ο ξενιτεμός, τα νέα ήθη, αλλά και η εισβολή του γραμμόφωνου και του ραδιόφωνου

 αλλοιώνουν τη  παράδοση.Σήμερα, παραμονές του 2000, οι Αγιασώτες χορεύουν ακόμα παλιούς σκοπούς και χορούς αλλά

πολλά νέα στοιχεία έχουν υπεισέλθει (ακορντεόν,   μπουζούκι, συνθεσάιζερ).

Οι ευκαιρίες για χορό έχουν περιοριστεί κυρίως στα θρησκευτικά πανηγύρια και στις εκδηλώσεις διαφόρων

συλλόγων.  Ο χορός δεν αποτελεί πια καθημερινή πρακτική.

   

 

 

                        

                                         

 

               

 

 

 

 

 

                                          Κατερίνα Σταύρου   

                   Φιλόλογος - κάτοχος D.E.A. στην εθνολογία

                   Ερευνήτρια του παραδοσιακού χορού

 

 

                     Επιστροφή  στην αρχική  σελίδα