Ευχαριστούμε  θερμά τον κ. Παναγιώτη   Μιχ. Κουτσκουδή  για το πλούσιο υλικό  που έδωσε  στον σύλλογο για το μουσείο

Το Λαογραφικό Μουσείο του Αναγνωστηρίου Αγιάσου

 

        Το Λαογραφικό Μουσείο του Αναγνωστηρίου Αγιάσου είναι ίσως το σημαντικότερο της κατηγορίας του στη Λέσβο και όχι μόνο, λόγω του πλούτου και της ποικιλίας των εκθεμάτων που φιλοξενεί. Βρίσκεται δίπλα στο κτίριο της βιβλιοθήκης και του θεάτρου και χτίστηκε σύμφωνα με τα παραδοσιακά αρχιτεκτονικά πρότυπα της Αγιάσου (πελεκητές πέτρες, σαχνουσίνι, κεραμοσκεπή). Εναρμονίζεται με τη γραφικότητα του περιβάλλοντος χώρου, όπου βρίσκονται το Δημαρχείο, η πλακόστρωτη πλατεία και ο καταπράσινος Κήπος της Παναγίας με το θεόρατο βαθύσκιωτο πλάτανο που πυργώνει το μπόι του στεφανώνοντας το υπέροχο κάδρο που αντικρίζει ο επισκέπτης μπαίνοντας στην κωμόπολη.

        Επί προεδρίας του αείμνηστου Πάνου Πράτσου συγκεντρώθηκε πλούσιο λαογραφικό υλικό και στις 23 του Αυγούστου 1980 έγινε η κατάθεση του θεμέλιου λίθου του Λαογραφικού Μουσείου σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε τμηματικά για το σκοπό αυτό από το Δήμο Αγιάσου (επί δημαρχίας Στρατή Καβαδέλη και Παναγιώτη Κουτρή). Στις 13 του Αυγούστου 1988 έγινε η τελετή των εγκαινίων του. Στις 8 Αυγούστου 2010 εγκαινιάστηκε και λειτουργεί το ανακαινισμένο Λαογραφικό Μουσείο του Αναγνωστηρίου Αγιάσου, μια πραγματική κιβωτός της λαογραφικής μας κληρονομιάς όπου αποθησαυρίζονται σπάνια κειμήλια αλλοτινών εποχών.

Διασχίζοντας ένα όμορφο κήπο που τον στολίζουν ανθισμένες ευωδιαστές τριανταφυλλιές μπαίνουμε στη μεγάλη αίθουσα του ισογείου, όπου φιλοξενείται η σπάνια Ιδιωτική Λαογραφική Συλλογή του Στρατή Παν. Τζίνη (1912 – 2006), που παραχωρήθηκε το 2010 κατά χρήση στο Αναγνωστήριο Αγιάσου από την οικογένεια του εκλιπόντος συλλέκτη. Η συλλογή αυτή αποτελείται από 62 πίνακες με 870 εκθέματα τοπικής βιοτεχνίας, οικοτεχνίας και λαϊκής τέχνης, για τη συλλογή και καταγραφή των οποίων ο συλλέκτης εργάστηκε επίμονα και μεθοδικά για πολλά χρόνια. Ειδικά πινάκια, στα ελληνικά και στα αγγλικά, ενημερώνουν τον επισκέπτη για το περιεχόμενο κάθε πίνακα και τη χρηστικότητα των ειδών. Στην ίδια αίθουσα εκτίθενται και οι συλλογές σιδηρουργίας των αδελφών Παναγιώτη και Ευστρατίου Προκοπίου Κουτσκουδή, ξυλουργικής των αδελφών Ευστρατίου και Παναγιώτη Δημητρίου Βασιλτσωτέλη και σαγματοποιίας του Μιχαήλ Γεωργίου Ξενέλλη, που παραχωρήθηκαν κατά κυριότητα στο Αναγνωστήριο Αγιάσου.

Η βιοτεχνία κατείχε σημαντικό ρόλο στην οικονομική συγκρότηση της Αγιάσου και η ανάπτυξή της την είχε καταστήσει ένα σπουδαίο βιοτεχνικό και εμπορικό κέντρο της Λέσβου. Στις αρχές του 18ου αιώνα ο Τούρκος κουμαντάντης (διοικητής) της περιοχής Συκούντας, που απέδωσε την ανάρρωσή μετά από σοβαρή ασθένεια σε θαύμα της Παναγίας, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης ζήτησε από το σουλτάνο να εκδώσει το λεγόμενο «φιρμάνι της ασυδοσίας», που απήλλασσε την Αγιάσο από τη φορολογία τόσο προς το οθωμανικό κράτος όσο και προς τη Δημογεροντία της Μυτιλήνης. Αυτό έγινε αιτία μετοίκησης μεγάλου πλήθους ανθρώπων στο χωριό και μάλιστα πολλών καλών τεχνιτών κάθε είδους. Η αντιμετώπιση των αναγκών που δημιουργήθηκαν για την εξυπηρέτηση του αυξημένου πληθυσμού είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία πολλών βιοτεχνιών που τα προϊόντα τους, άριστα ποιοτικά, έγιναν γρήγορα γνωστά και περιζήτητα σ’ όλο το νησί. Επιπλέον, η έλλειψη άμεσης διεξόδου προς τη θάλασσα, καθώς και η κυρίαρχη μέχρι το 1940 πρακτική του ανταλλακτικού εμπορίου, συνέβαλαν στον προσανατολισμό των κατοίκων στη βιοτεχνική δραστηριότητα.

Μέχρι το 1940, εκτός από τα λιοτρίβια (μηχανές) και τα υφαντήρια (κλωσταριά ή τσουρχανάδες), υπήρχαν πολλές άλλες βιοτεχνίες μικρότερης σημασίας, οι οποίες έπαιζαν αρκετά σημαντικό ρόλο στην τοπική οικονομία: καπιστράδες-τσιρβουλάδες που έφτιαχναν ιπποσκευές και υποδήματα, κετσετζήδες που επεξεργάζονταν τον κετσέ, είδος σκληρού υφάσματος από ξασμένο αρνόμαλλο, βυρσοδέψες (ταμπάκ'δις), σακκοποιοί (ιμ'τάφ'δις) που κατασκεύαζαν δισάκια, λιόπανα και διαδρόμους, σαμαράδες, σαπουνάδες, τσουκαλάδες-αγγειοπλάστες, παπουτσήδες (τσαγκάρηδες), σιδεράδες - πεταλωτήδες (αλμπάν’δις), αμπατζήδες - γουναράδες, φραγκοραφτάδες που έραβαν τις ευρωπαϊκές φορεσιές, υλοτόμοι (μπισκιτζήδες), ασβεστάδες, χτίστες, μαστόροι και εργάτες σε λιοτρίβια, μαραγκοί, νταμαρτζήδες που κατασκεύαζαν κυρίως λίθινες γωνιές για τα οικήματα και άλλοι. Οι περισσότερες από τις παραπάνω βιοτεχνικές δραστηριότητες παρήκμασαν μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, εξαιτίας της ανάπτυξης του εμπορίου και της βιομηχανίας, της εισαγωγής φτηνών βιομηχανικών ειδών από τα νέα παγκόσμια οικονομικά κέντρα και τα μεγάλα εθνικά αστικά κέντρα, του εκχρηματισμού της οικονομίας, της ανάπτυξης νέων τρόπων μεταφοράς των προϊόντων και του μεταναστευτικού ρεύματος. Βλέποντας τα κειμήλια αυτής της πολύπλευρης βιοτεχνικής δραστηριότητας ξαναζωντανεύουμε στη φαντασία μας την καθημερινή ζωή των προγόνων μας και ανιχνεύουμε τα φύτρα της τεχνολογική εξέλιξης, που από τη μικρή βιοτεχνία πέρασε σταδιακά στη σύγχρονη βιομηχανική επανάσταση.  

          Περνάμε στη μικρή αίθουσα του ισογείου όπου εκτίθενται παλιά υφαντουργικά εργαλεία (καθιστός και όρθιος αργαλειός, εργαλείο με το οποίο έξαιναν το μαλλί, στ’βαστήρας κ.ά.) καθώς και ο πάγκος του αγγειοπλάστη.

Ανεβαίνουμε μια εσωτερική ξύλινη σκάλα και βρισκόμαστε στον όροφο του μουσείου, όπου συναντάμε μια πιστή προσομοίωση των κύριων χώρων του παλιού παραδοσιακού αγιασώτικου σπιτιού. Φτάνοντας στο κεφαλόσκαλο αντικρίζουμε το αξάτο, το σοφά και το εικονοστάσι. Στη συνέχεια μπαίνουμε στο μαγειρειό. Το τζάκι με τη γωνιά και το ράφι του από πάνω στολισμένο, οι καναπέδες κατά μήκος των τοίχων, ο σουφράς που γύρω του γευματίζει η οικογένεια καθισμένη καταγής, η πιατοθήκη, οι ντουλάπες, τα μαγκάλια και τα σαμοβάρια, τα έπιπλα, τα παλιά γραμμόφωνα, όλα εντυπωσιάζουν. Η επίπλωση αποτελείται κυρίως από ξύλινα εντοιχισμένα έπιπλα, που δένουν αρμονικά με τον ξύλινο διάκοσμο των ορόφων και τα επιμελημένα ταμπλαδωτά κουφώματα. Το πιο σημαντικό κινητό έπιπλο είναι η ξυλόγλυπτη κασέλα, το σιντούτσ’. Εκτός από την εξυπηρέτηση λειτουργικών σκοπών, αποτελούσε συγχρόνως και διακριτικό γνώρισμα της κοινωνικής θέσης του οικοδεσπότη.

          Περνάμε στη συνέχεια στη μεσαία αίθουσα του ορόφου όπου βλέπουμε παραδοσιακές φορεσιές (σκολιανές και καθημερινές), προθήκες με υφαντά, σιμένικα, κεραμικά του Νικόλα Κουρτζή και του Χαράλαμπου Πανταζή, καθώς και παλιές φωτογραφίες.

Τέλος μπαίνουμε στην αίθουσα που στεγάζει την Πινακοθήκη Λεσβίων Ζωγράφων, με έργα των Στρατή Π. Αναστασέλη, Στρατή Αξιώτη, Ιάκωβου Μουτζουρέλη, Χαρίλαου Χατζηβασιλείου, Βάνας Κανιμά–Γέρου, Ειρήνης Τζανή-Χατζησάββα, Ελένης Κουρτζή, Σαπφώ Γιακουμή, Καίτης Μεσσηνέζη (Πλατσή), Γιώργου Πέρρου, Β. Κοντήβεη, Δημήτρη Κουντουρέλη, Γ. Συνόδη, Καρακοντή, Μ. Σουγιουλτζή Πρίμου, Στρατή Αθηναίου, Αναγνωστόπουλου, Πρωτοπάτση, Γιώργου Κακαδέλη, LOLOSIDI.  Σε μια γωνιά εκτίθεται η υπέροχη συλλογή του Γρηγόρη Παν. Ευαγγελινέλη, που αποτελείται από 62 κεραμικά κομμάτια του Γιάννη και του Δημήτρη Χατζηγιάννη, κυρίως πιατέλες, κηροπήγια και κανάτες, μερικές από τις οποίες συνιστούν εξαίρετα δείγματα τσανακαλιώτικης τέχνης. Στην αίθουσα της Πινακοθήκης υπάρχουν επίσης και λίγα γλυπτά του Αγιασώτη καλλιτέχνη Στρατή Τζανετή.

Τη διαρρύθμιση των ανακαινισμένων χώρων του Μουσείου επιμελήθηκε ο πατριάρχης της αγιασώτικης ξυλογλυπτικής Δημήτρης Χ. Καμαρός.

Το Μουσείο λειτουργεί σε καθημερινή βάση από την 1η Ιουλίου μέχρι και την 14η Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου (πρωί και απόγευμα) και έκτακτα κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου έτους. Πολύς κόσμος, ντόπιοι και ξένοι, το επισκέπτονται και εκφράζουν το θαυμασμό τους. Όσοι βρεθούν στη δροσόλουστη Αγιάσο αξίζει τον κόπο να το επισκεφθούν.

          Με τέτοια έργα διασώζεται και μεταλαμπαδεύεται η παράδοση στους νέους σκυταλοδρόμους της και γίνεται κτήμα ες αεί των επόμενων γενιών. Όρος αναγκαίος για τη διατήρηση της ιστορικής μας συνέχειας μέσα στην ισοπεδωτική πλημμυρίδα της παγκοσμιοποίησης, που απειλεί να αλλοτριώσει την πολιτισμική μας ταυτότητα και την εθνική μας συνοχή.

 Παναγιώτης Μιχ. Κουτσκουδής

                                   Επιστροφή  στην αρχική σελίδα